papΤο τεστ Παπανικολάου είναι ένα πολύ σημαντικό όπλο στη μάχη μας κατά του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και επινοήθηκε από τον διάσημο Έλληνα γιατρό, του οποίου φέρει το όνομα. Πρόκειται για μια μέθοδο screening μεγάλης σπουδαιότητας καθώς μπορεί να εξακριβώσει την ύπαρξη καρκινικών κυττάρων, ανώμαλων κυττάρων που ενδέχεται σε βάθος χρόνου να οδηγήσουν σε καρκίνο, καθώς και άλλων παθολογικών καταστάσεων που δεν σχετίζονται με καρκίνο, όπως λοιμώξεις και φλεγμονές του τραχήλου και του κόλπου. Παράλληλα, μαζί με τη λήψη του τεστ παπανικολάου, μας δίνεται η ευκαιρία να προβούμε και σε γυναικολογική εξέταση, με την οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε κάποιες άλλες καταστάσεις του γεννητικού συστήματος.

Προϋποθέσεις εκτέλεσης του τεστ

Η γυναίκα ένα – δυο 24ωρα πριν την εξέταση δεν θα πρέπει να έχει έρθει σε σεξουαλική επαφή και δεν θα πρέπει να έχει τοποθετήσει ενδοκολπικές αλοιφές, φάρμακα και ταμπόν.
Η λήψη του τεστ θα πρέπει να γίνεται μετά την πρώτη εβδομάδα της τελευταίας της περιόδου. Ένα αποδεκτό χρονικό διάστημα κυμαίνεται μεταξύ περίπου της 9ης και 19ης ημέρας του κύκλου.

Λήψη του τεστ παπανικολάου

Η γυναίκα προσέρχεται στα εξωτερικά ιατρεία έπειτα από προγραμματισμένο ραντεβού με τη Μαία, το Μαιευτή ή τον Γυναικολόγο που θα κάνει τη λήψη. Εισάγεται στον κόπλο ο ειδικός, μιας χρήσεως κολποδιαστολέας. Με ειδικά βουρτσάκια και σπάτουλες λαμβάνεται κολπικό και τραχηλικό επίχρισμα, το οποίο επιστρώνεται σε αντικειμενοφόρο πλάκα και στέλνεται στο κυτταρολογικό εργαστήριο. Η όλη διαδικασία διαρκεί περίπου 5 λεπτά, είναι ανώδυνη, εύκολη και ανέξοδη, μιας και παγκοσμίως στα δημόσια νοσοκομεία δεν χρεώνεται το τεστ παπανικολάου. Η γυναίκα μετά τη λήψη του τεστ συνεχίζει κανονικά τις δραστηριότητές της.

Πόσο συχνά πρέπει να γίνεται η εξέταση;

Υπάρχουν κάποιες διαφορετικές απόψεις στο θέμα αυτό, δεδομένου ότι ο καρκίνος του τραχήλου απαιτεί αρκετά χρόνια μέχρι να εκδηλωθεί. Για το λόγο αυτό κάποιοι συστήνουν να γίνεται η λήψη μια φορά στα 2-3 χρόνια αλλά το περισσότερο συνηθισμένο είναι η γυναίκα να υποβάλεται σε ετήσιο έλεγχο.
Η έναρξη του τεστ παπανικολάου συστήνεται να μην αργεί περισσότερο από τα 21 χρόνια και να ξεκινά με την έναρξη των σεξουαλικών σχέσεων. Η συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του τραχήλου σε ηλικίες κάτω από 25 ετών είναι πάρα πολύ μικρή. Το τεστ θα πρέπει να συνεχίζεται μέχρι περίπου την ηλικία των 63 ετών (άλλοι συστήνουν και τα 70 έτη). Γυναίκες από 65 έως 70 ετών, εφόσον επί μια δεκαετία  (άλλοι συστήνουν μια 3ετία σε ετήσιο όμως έλεγχο) έχουν συνεχώς φυσιολογικά τεστ, μπορεί να αποφασίσουν να το σταματήσουν, κατόπιν συνεννόησης με το γυναικολόγο τους. Γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή μπορούν να μην υποβάλλονται σε τεστ παπανικολάου, εκτός και αν η επέμβαση έγινε με σκοπό τη θεραπεία του καρκίνου.

Ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα σημαίνει καρκίνο;

Όχι, εκτός και αν κάτι τέτοιο αναφέρεται σαφώς στο αποτέλεσμα. Η κατηγοριοποίηση των αποτελεσμάτων ακολουθεί το σύστημα Bethesda και αναφέρει τις διάφορες μη φυσιολογικές καταστάσεις των κυττάρων, οι οποίες όμως δεν σημαίνουν πάντοτε καρκίνο και πολύ σπάνια μάλιστα εξελίσσονται σε αυτόν. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δείχνουν ότι χρειάζεται είτε επανάληψη του τεστ συχνότερα ή τη διενέργεια επιπλέον εξετάσεων για εξακρίβωση της κατάστασης και πολλές φορές υποστρέφονται από μόνες τους. Το τεστ παπανικολάου άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ανιχνεύει και λοιμώξεις του κόλπου και του τραχήλου οι οποίες είναι πολύ συνηθισμένες και δεν σχετίζονται με καρκίνο του γεννητικού συστήματος.

Τι σημαίνει «δυσπλασία» κυττάρων;

Είναι ένας όρος που μπορεί να αναγράφεται στο αποτέλεσμα της εξέτασης. Δυσπλασία σημαίνει ότι τα κύτταρα στο μικροσκόπιο δεν έχουν την τυπική εικόνα που περιμένουμε, ωστόσο δεν είναι καρκινικά κύτταρα αν και στο μέλλον μπορεί να  εξελιχθούν σε καρκίνωμα. Για το λόγο αυτό, σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα συνιστάται είτε επανάληψη του τεστ σε σύντομο χρονικό διάστημα είτε διενέργεια επιπλέον εξετάσεων, όπως είναι η κολποσκόπηση.
Κατά ένα ποσοστό η ατυπία μπορεί να μην παρατηρηθεί στα επόμενα τεστ, οπότε το αποτέλεσμα είναι ψευδώς θετικό ή μπορεί να συνεχίζει να παρατηρείται, οπότε διενεργείται κολποσκόπηση και άλλες εξετάσεις εάν κριθεί απαραίτητο.
Η βαριάς μορφής δυσπλασία μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνωμα in situ, το οποίο σημαίνει ότι καρκινικά κύτταρα ανιχνεύονται στην επιφάνεια του τραχήλου και μπορεί αργότερα να εξελιχθούν σε διηθητικό καρκίνο. Παρά ταύτα, ακόμη και στο in situ καρκίνωμα μπορούν να εφαρμοστούν κάποιες θεραπείες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s