blodΤην τελευταία ημέρα της παραμονής σας στο Μαιευτήριο ή την τρίτη ημέρα, η Μαία θα σας ζητήσει το μωρό για να του πάρει δείγμα αίματος από την πτέρνα. Η λήψη αίματος γίνεται για τον έλεγχο τεσσάρων σημαντικών νοσημάτων: φαινυλκετονουρία, συγγενή υποθυρεοειδισμό, ανεπάρκεια του ενζύμου G6PD και γαλακτοζαιμίας.
Για την εξέταση αυτή γίνεται λήψη έξι σταγόνων αίματος από την πτέρνα του μωρού. Το αίμα τοποθετείται σε ειδική απορροφητική κάρτα η οποία στέλνεται κατόπιν στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Οι εξετάσεις αυτές είναι πολύ σημαντικές καθώς για τις πρώτες δύο από αυτές έχει τεράστια σημασία να ανιχνευτούν και να αντιμετωπιστούν έγκαιρα, ενώ για την τρίτη πρέπει να ληφθούν προληπτικά μέτρα ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του παιδιού.
Φαινυλκετονουρία: είναι μεταβολικό νόσημα που σχετίζεται σημαντικά με πνευματική καθυστέρηση.
Συγγενής υποθυρεοειδισμός: οφείλεται στην υπολειτουργία του θυρεοειδούς αδένα. Τα συμπτώματά του περιλαμβάνουν νωθρότητα, υποτονία, υπνηλία, βατραχοειδή κοιλιά, παρατεινόμενο ίκτερο, ομφαλοκήλη, ξηρότητα δέρματος, υπερτρίχωση και προέχουσα μεγάλη γλώσσα. Στην περίπτωση που η εξέταση αποδειχθεί θετική για συγγενή υποθυρεοειδισμό, πρέπει να γίνει έναρξη θεραπείας με θυροξίνη εντός του πρώτου τριμήνου της ζωής ώστε τα παιδιά να μην κινδυνέψουν από πνευματική καθυστέρηση.
Ανεπάρκεια ενζύμου G6PD: Είναι κληρονομικό νόσημα. Η συχνότητά του για τη χώρα μας είναι 3,14%. Για τα αγόρια η συχνότητα είναι υψηλότερη συγκριτικά με τα κορίτσια (4.45%). Τα παιδιά που πάσχουν από ανεπάρκεια ή έλλειψη της G6PD, μετά την επίδραση οξειδωτικών, όπως είναι τα κουκιά, η ναφθαλίνη και ορισμένα φάρμακα, εκδηλώνουν σε 2 – 4 ημέρες κοιλιακό πόνο, έντονη ωχρότητα προσώπου, που οφείλεται σε αναιμία και ίκτερο, αιμοσφαιρινουρία αλλά και shock σε ακραίες περιπτώσεις. Η ανεπάρκεια G6PD δεν θεωρείται ασθένεια αλλά ο ασθενής θα πρέπει να αποφεύγει οξειδωτικές ουσίες όπως τα κουκιά, η ναφθαλίνη και ορισμένα φάρμακα, όπως είναι η βιταμίνη Κ, C κλπ.
Γαλακτοζαιμία: Οφείλεται σε διαταραχή του μεταβολισμού της λακτόζης – γαλακτόζης, το οποίο είναι συστατικό του μητρικού γάλακτος αλλά και άλλων γαλάτων. Σε περίπτωση γαλακτοζαιμίας, το μωρό μπορεί να εμφανίσει σπασμούς, υπογλυκαιμία, νεογνικό καταρράκτη, ηπατική και νεφρική δυσπραγία κλπ. Σε ηπιότερες περιπτώσεις αναπτύσσεται συνήθως  οφθαλμικός καταρράκτης. Σε βρέφη με γαλακτοζαιμία εφαρμόζεται χορήγηση ειδικού γάλακτος που δεν περιέχει λακτόζη και γαλακτόζη.
Στην περίπτωση που το μωρό σας παρουσιάζει κάποια από τις παραπάνω νόσους, θα λάβετε γραπτή ειδοποίηση από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού μέσα σε περίπου ένα μήνα από την αιμοληψία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s